Από κοινού γονική μέριμνα και ανατροφή - Η σύγχρονη αντιμετώπιση

Από κοινού γονική μέριμνα και ανατροφή - Η σύγχρονη αντιμετώπιση

Το τελευταίο διάστημα έχει παρατηρηθεί μια αυξανόμενη τάση των γονέων να θέλουν σε περίπτωση διαζυγίου να αναλάβουν από κοινού τη γονική μέριμνα και την εν γένει ανατροφή των παιδιών, μολονότι θα ζουν σε ξεχωριστές πλέον κατοικίες, με εναλλαγή κατοικιών για το παιδί στις περιπτώσεις όπου αυτό είναι δυνατό.

Πώς όμως αντιμετωπίζει το αίτημα αυτό το ελληνικό δίκαιο και η νομολογία;

Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, σε περίπτωση διαζυγίου το Δικαστήριο έχει ευρύ κύκλο δυνατοτήτων, σύμφωνα με τις οποίες μπορεί να αναθέσει τη γονική μέριμνα (που περιλαμβάνει τη διαχείριση, την εκπροσώπηση και την επιμέλεια) των ανηλίκων τέκνων. Έτσι υπάρχει η δυνατότητα α) να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας σε έναν από τους γονείς, β) να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας και στους δύο γονείς από κοινού γ) να κατανείμει λειτουργικά ή χρονικά την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων και δ) να την αναθέσει σε τρίτο πρόσωπο.

Η συνήθης μέχρι σήμερα πρακτική έχει αποδείξει ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων το παιδί διαμένει με τον έναν από τους δύο γονείς και ουσιαστικά ανατρέφεται απ’ αυτόν, ενώ ο άλλος περιορίζεται στο δικαίωμα της επικοινωνίας, δηλαδή στο να επικοινωνεί με το παιδί του συγκεκριμένες ημέρες και ώρες της εβδομάδας και συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα στις διακοπές. Ο χρόνος επικοινωνίας ορίζεται από το Δικαστήριο είτε με επικύρωση της σχετικής συμφωνίας των γονέων είτε με απόφαση σε περίπτωση ασυμφωνίας. Η πρακτική αυτή ουσιαστικά αποτελεί αποκρυστάλλωση άποψης σύμφωνα με την οποία η συνεχής εναλλαγή περιβάλλοντος δημιουργεί μια κατάσταση αναστάτωσης, αστάθειας και αβεβαιότητας για το παιδί, με πιθανό αντίκτυπο στην ψυχολογία του, αλλά και στις μαθησιακές και λοιπές δραστηριότητές του. Ο αντίλογος στην άποψη αυτή είναι προφανής: μπορεί πράγματι ένας γονέας να συμμετέχει ουσιαστικά στην ανατροφή του παιδιού του, σε αυτά τα ασφυκτικά πλαίσια;

Σε διεθνές επίπεδο, ήδη από το 2002 εφεξής είχαν εκφρασθεί ιατρικές και παιδαγωγικές ερευνητικές απόψεις περί του αντιθέτου. Συγκεκριμένα, ότι με την εναλλαγή κατοικίας επιτυγχάνεται μια καλύτερη ισορροπία για το παιδί, αφού του δίνεται η δυνατότητα να ζει ουσιαστικά στην καθημερινότητά του και τους δύο γονείς και ενθαρρύνεται η ισόρροπη επαφή του και με τους δύο. Παράλληλα, ελαφρύνεται η καθημερινότητα των γονέων, οι οποίοι σύμφωνα με τα μοντέρνα κοινωνικά πρότυπα πρέπει να ανταποκριθούν σε πολλούς παράλληλους και απαιτητικούς ρόλους. Η άποψη αυτή δεν έμεινε μόνο στη θεωρία: Ενδεικτικά, την αρχή της εναλλασσόμενης κατοικίας (shared residence) και μετά τη διάσταση, εισηγείται και το Συμβούλιο της Ευρώπης με το υπ’ αρ. 2079/2.10.2015 ψήφισμά του, με το οποίο προσκαλεί τα κράτη μέλη να την εισαγάγουν στη νομοθεσία τους, αποκλείοντας όμως την εφαρμογή της σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, κακοποίησης του παιδιού και αδιαφορίας, που δημιουργούν κινδύνους για τη σωματική και ψυχική υγεία του τέκνου.

Ήδη από τις αρχές του 2017 έχουν δημοσιευθεί αποφάσεις των Ελληνικών Δικαστηρίων που ασπάζονται την άποψη αυτή και αναθέτουν από κοινού την άσκηση της γονικής μέριμνας και στους δύο γονείς, τονίζοντας ότι η άσκηση της γονικής μέριμνας δεν εξαρτάται από την υπαιτιότητα για τη λύση του γάμου. Το παιδί έχει δικαίωμα να έχει ουσιαστική επαφή και με τους δύο γονείς του και δεν υπάρχει χώρος στην ανατροφή του παιδιού ούτε για λιγότερο ή περισσότερο ευνοημένους, ούτε για νικητές ή ηττημένους. Η κατανόηση των αναπτυξιακών αναγκών του παιδιού, ή ουσιαστική συνεννόηση μεταξύ των γονέων και φυσικά η θέληση του ίδιου του παιδιού αποτελούν τη χρυσή τομή για τη λύση σε όλα τα προβλήματα.

 

Τίμος Μπελογιάννης

 Δικηγόρος

 

(πηγή φωτογραφίας: theodysseyonline)

Χώρισα 2017. All rights Reserved.